01 Ιανουαρίου 2021

Τι ωραία που ήταν χωρίς τις καρδούλες, τις αγκαλίτσες και τα likes

Χωρίς τις στιγμιαίες επιβεβαιώσεις! Χωρίς τις στατιστικές και τα excel. Τι καλά που ήταν, χωρίς την αποφασιστική κυριαρχία των μετρήσεων ακροαματικότητας ανά ζώνη κι εκπομπή. Χωρίς την αναγνωσιμότητα και τους περίεργους μαθηματικούς τύπους που τη βγάζανε, χωρίς τα target γκρουπ και την custom δημοσιογραφία. Τότε που ήξερες ότι το κειμενάκι σου -αν τυπωνόταν- θα σήμαινε ότι «έπρεπε» να διαβαστεί. Τότε που αν «αερολογούσες επί ματαίω» θα κοβόσουν μόνος σου. Τότε που ο άνθρωπος μπροστά στο μικρόφωνο (ναι, μπροστά και όχι πίσω, υποστηρίζω στην αιώνια διαμάχη) ήταν αντικείμενο της φαντασίας και τον έπλαθε ο ακροατής κατά το δοκούν. Γνωστή η ιστορία που λέω και δεν θα επαναλάβω παρά μόνο δυο φράσεις από τη διήγησή της: «Σας περίμενα …αλλιώς!» με την προκάτ απάντηση: «Συγγνώμη που σας απογοήτευσα κυρία μου.» Όταν η φωνή του άλλου, στην κλισέ φράση «στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής μας γραμμής,» έλεγε κάτι που δεν είχαμε ήδη, από χθες, διαβάσει. Τότε που δεν είχαμε αποκτήσει τόση εξοικείωση με το θάνατο και καταφεύγαμε στο σωτήριο cough button για να πνίξουμε τον κόμπο στο λαρύγγι.   Όταν χαιρόμασταν που ακούγαμε τυχαία, στο σχετικό πηγαδάκι, ότι επαναλάμβαναν τα επιχειρήματά μας (ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε) και δεν αρκούσαν για μέτρο, σύμβολα, ακύρωσης του γραπτού λόγου. Ο πήχης τώρα ανέβηκε ψηλά! (Προσοχή, ακολουθεί αυτάρεσκη δήλωση!) Η διαφορά με τις δικές μου «ενεργές» μέρες είναι ότι τότε περνάγαμε από πάνω. Σήμερα περνάνε από κάτω! Και ο πήχης αποκτά πρόβλημα αυτογνωσίας! Αλλά δεν είναι αποκλειστική ευθύνη αυτών που γράφουν, ακούγονται ή «γυαλίζονται.»  Ή του εκδότη και καναλάρχη που έχει όπως πάντα, τη δική του ατζέντα, (καθότι commodity τα news και τα views.) Είναι κυρίως ευθύνη του αποδέκτη. Έχω γράψει επί παραδείγματι,  τεράστιες μπούρδες (μ’ έδωσα στεγνά) τις συνόδεψα με τσιτάτα και πιασάρικη φωτό κι έχω μαζέψει πολλές εκατοντάδες στιγμιαίες αντιδράσεις επιδοκιμασίας από ανθρώπους που δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι διάβασαν το κείμενο. Μάλλον στάθηκαν μόνο στο τσιτάτο και τη φωτό!  Έχω γράψει άρτια, κατά τη γνώμη μου, κείμενα (υπερφίαλη, ναρκισσιστική διαπίστωση αλλά δείξτε κατανόηση) που αν έβαζα like στα γραφτά μου θα ήταν δύο, ο αριθμός αυτών που θα έδιναν μια κάποια αξία στο ανάγνωσμα. (Τον άλλο θα τον βρω! Που θα μου πάει;)  Θα μου πεις: Τι έπαθες Πρωτοχρονιάτικα; Να ένα πράμα σαν απογοήτευση ας πούμε! Είναι κι η αρχή των δεύτερων  –ήντα που σε κάνουν πιο απολογιστικό (και απολογητικό,) ίσως και πιο ανθρώπινο εν τέλει, είναι όμως κι η οργή στο δημοφιλές «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» και στην ταμπέλα  «παπαγαλάκια» που για κάποιο, αδιευκρίνιστο λόγο, τα φέρω βαρέως. Κι η οργή είναι το καλύτερο κίνητρο απ’ αυτά που σου ‘βαλαν, από παλιά, το μολύβι ανάμεσα στα δάχτυλα. (Εντάξει, εντάξει το πληκτρολόγιο στην άκρη τους.) Είναι βεβαίως κι αυτή η αναγκαστική αποστρατεία που η «αγορά» σε καταδίκασε.  Που τη βάζεις αυτή την τελευταία; Αυτή κι αν δεν είναι πηγή, αστείρευτη, απογοήτευσης κι οργής. Ευτυχώς όμως που υπάρχουν και τα σόσιαλ και ξελαμπικάρουμε και λιγάκι με το ηδονικό κλικ στο virtual κουμπί: «ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ». Ας πάνε να πνιγούν τα likes, οι αγκαλίτσες κι οι καρδούλες. Εμείς μάθαμε αλλιώς! Καλή Χρονιά με Υγεία λοιπόν ή μάλλον ότι και να’ ναι θα το παλέψουμε. Ε και ναι! Έγραψα σε πρώτο πρόσωπο! (Άντε να το ‘κανες αυτό στα …αρχαία χρόνια!)