«Τα μαύρα τα μαλλιά μας κι αν ασπρίσαν δεν μας τρόμαζει η βαρυχειμωνιά!»
Δεν μας τρόμαξε ποτές. Κοιτάω πίσω και τ΄όραμα όλο και ζωντανεύει! Θεριεύει ο μέσα πόθος για την κοινωνία του ονείρου! Όσοι κι αν σκύλιασαν, δεν μπόρεσαν να σβήσουν από τις καρδιές μας το άγιο φτερούγισμα. Κανένας κατακτητής, καταδότης, λαδάς και δωσίλογος κι είχαμε καμπόσους από δαύτους, δεν τα κατάφερε! Στον πόλεμο του δίκιου με το άδικο εμείς στρατευτήκαμε στο δίκιο. Κανένας, δεν μας λύγισε. Λυγάνε μωρέ τα βουνά; Στις φλέβες το κόκκινο ποτάμι. Κι όταν πότιζε ζεστό, το χώμα, δύναμη θερίζαμε. Κι έσφιγγε η γροθιά. Τα νύχια μπαίνανε στην απαλάμη αλλά η γροθιά όλο και πιο σφιχτή. Και το πείσμα θέριευε και η πείρα ατσάλωνε! Ποτέ της δεν σταμάτησε να υψώνεται. Φτάνει στο γαλάζιο τ΄ ουρανού. Ποτέ δε σταματάει! Κοιτάω τον κατακτητή, μυρίζω τις στάχτες στα Καλάβρυτα, ακούω τα πολυβόλα στη Βιάννου και πατώ στα βήματα των ανταρτών. Βλέπω τον Άρη στ΄άλογο. Το Σαμαρινιώτη, το Σαράφη. Καμαρώνω τη λεβεντιά. Ακούω τις αντάρτισσες ζωσμένες στα φυσεκλίκια να τραγουδούν. Χαϊδεύω τα μαλλιά των αετόπουλων. Πλέκω στις πλεξούδες και ράβω στα πατζάκια τους μηνύματα. Κλουθώ τα χνάρια τους. Σφίγγω το χέρι των νεκρών, δίνω υπόσχεση, βλέπω «το ανοιχτό πουκάμισο» και «της καμπάνας το σκοινί» κι ησυχάζω. Από τον Ωρωπό στα Γιούρα κι απέκει Αη Στράτη και ξανά πίσω. Τους βλέπω στο Μακρονήσι με το άφιλτρο από στόμα σε στόμα να μιλούν. Δυο-δυο, τρεις-τρεις. Περπατάμε αντάμα! Παρατηρώ τους γραμματιζούμενους να μαθαίνουν τους αγράμματους. Ανοίγουν οι ορίζοντες. Τους νοιώθω! Είμαστε μαζί. Βλέπω την καθοδήγηση να παλεύει τις δύσκολες λέξεις, να τις κάνει εύκολες, κατανοητές. Από του Αβέρωφ, στο Χαιδάρι. Στο δρόμο σκελετωμένοι. Δεν προλάβανε. Ακολουθώ τα καμιόνια. Ακροναυπλία, Καισαριανή. Με πνίγει το δίκιο. Με φουντώνει η βεβαιότητα. Βλέπω 200 ζευγάρια μάτια να κοιτούν το αύριο. Κλειστά και ματωμένα, στο αύριο ατενίζαν. Και ξανά Γεντί Κουλέ, Βούρλα που τρέμουν οι αστοί, Κέρκυρα, Συγγρού, Αίγινα, ξέχειλα από τ’ όραμα. «Θα ’ρθουν καιροί, καιροί ευτυχισμένοι, σκλάβοι δε θα’ναι τότε οι λαοί...» Και πέρασε ο καιρός και να’ μαι αντίκρυ στο χαμόγελο. Τον βλέπω μπροστά μου να τους ευτελίζει και ρουφάω κουράγιο. Ακούω το χωροφύλακα: Σήκω Νίκο. Ήρθε η ώρα. Κυριακή σήμερα, πάμε να πάρεις αέρα. Στο γδούπο του κορμιού του, σηκώθηκαν κι οι αποθαμένοι. Έρχεται είπαν και λυγίσανε! Ακούω το διάλογο: Μην σκιάζεστε! Έσπειρε εκεί πάνω! Έρχεται καμαρωτός. Η σπορά θα φυτρώσει, όπως με μας έτσι κι απ' τους επίλοιπους που ‘μειναν. Πάντα θα φυτρώνει μέχρις που να καρπίσει τούτο που μας σκεπάζει. Και κάρπισε Πέτρουλα και Λαμπράκη κι άλλους που δε λησμονιούνται. Κ’ έμπνευσε μετά, αυτούς που σηκώσανε κεφάλι στους στρατοκράτες. Και γεμίσαν πάλι οι βράχοι και τα νησιά. Και ξανά ξύλο και βαρβαρότητα. Οι φωνές στην Μπουμπουλίνας ακόμα δυνατές. Και μανούλες που πάλι περιμέναν και παιδιά που πάντα ρωτούσαν. Και η σπορά στο κατώπι αυτών που άγιασαν νωρίς, φύτρωσε γενιά περήφανη. Της Νομικής. Του Πολυτεχνείου. Και πάλι αίμα. Κι ο Παύλος μετά. Κι άλλοι. Και ξανά, σηκώσανε κεφάλι τ’ αδέρφια, τα παιδιά και τ’ αγγόνια. Καρφώσανε το φίδι με την ίδια βεβαιότητα που σα φυλαχτό δοσμένο από πίστη, φυλάνε στα στήθια τους. Κι έτσι έγινε κι έτσι θα γίνεται! Οι ρίζες βαθιές, το λίπασμα καλό και το φυλαχτό από στήθος σε στήθος. Αντέχει το δέντρο. Θα καρπίσει ξανά!