18 Ιουλίου 2021

Προς τι η έκπληξη; Δεν είναι κι αυτή γραμμένη στο σενάριο; (Μιά προσέγγιση για τις γυναικοκτονίες)

Κάποιοι από εμάς που ανεβήκαμε την ανηφόρα και τώρα την κατεβαίνουμε, «φορτωμένοι» με γνώση κι εμπειρία (όπως αυτάρεσκα κορδωνόμαστε) ή σφυρίζοντας αδιάφορα, επαναλαμβάνουμε αμήχανα, καμιά φορά με οργή αλλά κυρίως με υποκριτικό δέος- σίγουρα όμως από «βολική» απόσταση και εκ του δήθεν ασφαλούς, βγάζοντας την ουρίτσα μας απέξω, αυτή την χιλιοειπωμένη στερεότυπη, ρητορική ερώτηση: «Σε τι κοινωνία ζούμε;»
«Ξεπλενόμαστε,» καταλογίζοντας στους «άλλους,» προθέσεις, κίνητρα και «αποκλίνουσες» συμπεριφορές κι αποτραβιόμαστε «απογοητευμένοι» ψάχνοντας για αίτια. Πως φτάσαμε εδώ; Είναι πολύ απλό, απαιτεί όμως, σχετική γενναιότητα να παραδεχτούμε ότι φτάσαμε εδώ διότι έτσι μας βόλευε. Μας βόλευε και μας εξυπηρετούσε να οδηγήσουμε τις κοινωνίες μας, που δεν είναι τίποτε άλλο από τις σχέσεις μας με τον «άλλο» σ΄αυτό το χάλι.
Στο χάλι που οι γιοί μας όταν τους «γαμιέται η φάση» να σκοτώνουν.
Σε μια εποχή ρηξικέλευθων λύσεων, όπου ο αυταρχισμός σε όλα τα επίπεδα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, τι άλλο περιμέναμε; Το μέτρο; Μα το μέτρο αν και εφόσον αποδεχόμαστε την ανάγκη ύπαρξης του, ως μπούσουλα ζωής το χουμε καταργήσει! Το έχουμε ξεχειλώσει. Εξάλλου το μέτρο αυτό που οι παππούδες μας είχαν, κατά πως τους βόλευε, κωδικοποιήσει με τη δογματική φράση «Παν μέτρον άριστον» εξ ορισμού δικαιώνει την κατά το δοκούν χρήση του. Πάντοτε όμως οι εξουσίες, πνευματικές ή άλλες, δημιουργούν τέτοιου είδους αφοριστικούς «κανόνες.»
Άλλες οι μονάδες του «μέτρου» για τον βρισκόμενο στο κάτω μέρος των ταξικά διαστρωμένων κοινωνιών μας κι άλλα ισχύουν στην «κορυφή» τους. Άλλο το μέτρο για τον κυρίαρχο κι άλλο για τον κυριαρχούμενο. Άλλο για τον άνδρα κι άλλο για τη γυναίκα κι άλλο για τον γαλουχημένο στην πατριαρχική κοινωνία νέο.
Δεν κάνουν το ίδιο κι αυτοί που επιλέξαμε να μας κυβερνούν;
Το μετατρέψαμε (το μέτρο) και συνεχίζουμε να το μετατρέπουμε κατά πως, κατά περίπτωση, μας/τους βολεύει. Έτσι δεν μάθαμε; Δεν μάθαμε να ετερο-προσδιοριζόμαστε; Δεν μάθαμε ότι το «σύστημα,» τους κανόνες του οποίου αποδεχόμαστε ως αναπόδραστο τρόπο ζωής, είναι τέτοιο που θα φτάναμε κάποια στιγμή να το εφαρμόσουμε απροκάλυπτα πλέον και στις «προσωπικές» μας σχέσεις; Εξάλλου ότι συμβαίνει στο μικρόκοσμο των κοινωνιών και των προσωπικών σχέσεων είναι η αντανάκλαση των ευρύτερων κοινωνικών σχέσεων. Αμφίδρομη η σχέση και ετερο-τροφοδοτούμενες οι επιδράσεις.
Θα πει κανείς γι’ όλα ο καπιταλισμός φταίει; Ναι, η απάντηση είναι: Ναι!
Ο ανταγωνισμός που ως πυρηνική εμμονική ιδέα έχει εγκατασταθεί ως ιός, στα μυαλά μας, καθοδηγεί συνειδητά ή ασυνείδητα, τις πράξεις μας προϋποθέτοντας την επικυριαρχία επί του άλλου ως προαπαιτούμενο. Η οικονομική επικυριαρχία, οι ταξικοί διαχωρισμοί και η πάλη των τάξεων, οι «άγιες» ανταγωνιστικές σχέσεις, αυτές που οδηγούν στην οικονομική και συνεπώς κοινωνική «ευτυχία,» η συνεχής πάλη να «επιπλεύσουμε» στη σούπα του καπιταλισμού, γίνεται αντιγραφή και επικόλληση στις προσωπικές σχέσεις και μετατρέπεται σε πάλη να αποδείξουμε «αξίες» δημιουργώντας την «ανάγκη» της επιδίωξης να γινόμαστε κυρίαρχοι στις προσωπικές μας σχέσεις αλλά και στον έρωτα.
Κι αυτό το γαϊτανάκι είναι αμφίδρομο και αυτοτροφοδοτούμενο.
Οι κατέχοντες τα μέσα παραγωγής, οι θέτοντες τους κανόνες, αυτοί που καθορίζουν τον τρόπο ζωής, οι άνδρες, κατ αναλογία στην πατριαρχικά δομημένη κοινωνία, παλεύουν απεγνωσμένα να διατηρήσουν τα «κατακτημένα» αυτά που τους καθιστούν επικυρίαρχους.
Η βία είναι, η καλή, η δοκιμασμένη μέθοδος!
Στις κοινωνίες τίποτε δεν είναι παγιωμένο, μη ανατρέψιμο ή αναστρέψιμο. Όλα διεκδικούνται και κατακτιούνται όπως εξάλλου και στις κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις Δεν παραχωρούνται αλλά κυρίως δεν φτάνει η παρατήρηση κι οι διαπιστώσεις.
Τι χρειάζεται; Αμφισβήτηση χρειάζεται!
Δεν θα γίνει μπροστά σε καθρέφτη με «μικρές επαναστάσεις» θα γίνει όταν συνειδητοποιήσουμε τη μεγάλη αλήθεια ότι δεν φτάνει να τον εξηγούμε τούτο τον κόσμο αλλά απαραίτητο είναι να τον αλλάξουμε. Κι αν κάποιος αναρωτηθεί αν με τη βία δεν κυριαρχούν κι οι επαναστάσεις, διότι αυτό είναι το ζητούμενο , ας σπεύσουμε να διευκρινίσουμε ότι άλλη η βία του άδικου, άλλη η βία του δολοφόνου, άλλη η βία του «καθημερινού» άνδρα κακοποιητή κι άλλη η βία των πολλών και του δίκιου!

Για να μην καταπιαστούμε τώρα και με το βλακώδες αλλά πολύ εξυπηρετικό για το σύστημα, «Είμαι κατά της βίας από όπου κι αν προέρχεται.» 

17 Ιουλίου 2021

47 χρόνια μετά



Πόσοι από εμάς τους «καλαμαράες» έχουμε αντιληφθεί την ευθύνη που κουβαλάμε για την τουρκική εισβολή και την κατοχή στην Κύπρο;

Πόσοι από εμάς έχουμε διανοηθεί το πως και το γιατί;
Πόσοι από εμάς πέρα από τα βαθυστόχαστα και άκρως εθνικιστικά του τύπου «η Κύπρος είναι Ελληνική» θα συνεχίζουμε εσαεί να πιπιλάμε την ίδια καραμέλα και περί άλλων να τυρβάζουμε;
Πόσοι από εμάς που «κουραστήκαμε απ’ το κυπριακό» θα εξακολουθούμε ν’ αγνοούμε ότι η Λευκωσία είναι κομμένη στα δύο;
Πολλοί ή οι περισσότεροι για να ‘μαστε ακριβέστεροι!
Προφανώς το εθναρχικό η «Κύπρος κείται μακράν» για να μην πάμε πίσω στο Βενιζέλο και τις επιλογές του, κρύβει μια μεγάλη αλήθεια.
Η αλήθεια είναι ότι η χώρα μας όπως κατά πάγια τακτική κάνει, πότε δεν επιδίωξε να εναντιωθεί στα μεγάλα συμφέροντα και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ποτέ δεν έπαψε ούτε για μία στιγμή να αποτελεί τον πειθήνιο και «δεδομένο» σύμμαχο και εκτελεστή των άνομων σχεδίων τους.
Ναι, ακόμα κι όταν αυτά τα συμφέροντα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα του λαού.
Είμαστε οι «καλαμαράες» που απ΄τα παλιά τα χρόνια με «εθνική υπεροψία» εθελοτυφλούμε στην πραγματικότητα της ζωής. Και η αλήθεια της πραγματικότητας είναι ότι αυτό το νησί της ανατολικής Μεσογείου κατοικείται από Κύπριους ελληνικής καταβολής, Κύπριους τουρκικής καταβολής αλλά κι άλλες θρησκευτικές και «εθνικών» καταβολών «μειονότητες.»
Με το επιεικώς βλακώδες η «Κύπρος είναι Ελληνική» (σας θυμίζει τίποτε αυτό;) και τα βαρύγδουπα «Δεν ξεχνώ,» θελήσαμε και συνεχίζουμε να «παίζουμε» στη «διεθνή» διπλωματική, σικέ σκακιέρα, πειραματιζόμενοι στην πλάτη του κυπριακού λαού.
Μολυσμένοι από τον διεισδυτικό εθνικισμό που ύπουλα ξεπερνά, υπερνικώντας άλλες θεωρητικές, τάχα «προοδευτικές» αντιλήψεις, βυθιζόμαστε στην «έξυπνη» παγίδα που καταδίκασε ένα λαό να ζει διχασμένος.
Είχε προηγηθεί φυσικά η συμβολή και ενίσχυση ελληνο-χριστιανικών, προδοτικών πραξικοπημάτων που έγιναν η αφορμή για την τουρκική εισβολή και κατοχή.
Ενισχύσαμε «ιδεολογικά» αλλά και άλλως πως, τους ντόπιους εθνικιστές (καλυμμένα αλλά και απροκάλυπτα) και σπείραμε το εθνικιστικό δηλητήριο στα σπλάχνα ενός λαού που επί ματαίω κόπιαζε να αποδείξει ότι μπορούσε να ζήσει μονιασμένα και ειρηνικά.
Ενός λαού που πέρα από τις εθνικές ταμπέλες πρότασσε την κυπριοσύνη του.
Στο "αφηρημένο" όνομά μιάς δικής τους Ελλάδας, με «εθνική υπερηφάνεια» (αλήθεια πόση εθνική υπερηφάνεια μπορούν νάχουν οι Χίτες;) σκοτώσανε, βιάσανε, μακελέψανε τουρκοκύπριους άνδρες, γυναίκες και παιδιά αλλά και φωτισμένους κύπριους κομμουνιστές κι αριστερούς που παρά τα λάθη τους από τότε αντιδρούσαν. Κι όλα αυτά τα «άγνωστα ή και τεχνηέντως καλυμμένα» στο όνομα και προς χάριν μιας κακώς εννοούμενης ελληνικότητας που τάχα απειλούνταν.
Με σύνθημα «να τους πετάξουμε στη θάλασσα» ενισχύσαμε την τουρκική επιθετικότητα και τους ντόπιους τοποτηρητές της.
Με «εθνικές» ευλογίες, αφήνοντας τους, έρμαιους μιας τύχης που άλλοι χάραζαν, δόθηκε άλλοθι σ΄αυτούς που καραδοκούσαν. Και τα πράγματα οδηγήθηκαν στα αδιέξοδα των τελευταίων 47 ετών! «Συνεπικουρώντας» τελικώς τον τουρκικό σωβινισμό που ο εθνικισμός τον ξύπνησε, συντονιστήκαμε σε μια διαχείριση κρίσης που υπακούει στο ρυθμό ενός υπαγορευμένου επαναλαμβανόμενου μοτίβου προστάτιδων δυνάμεων, στρατοκρατών συμμάχων και ποντιοπιλατικών ενώσεων. (Ακόμα δεν καταλάβαμε ότι αυτοί έχουν άλλα συμφέροντα να υπερασπίσουν.)
Πόσα χρόνια αλήθεια θα περάσουν ακόμα μέχρι να ακούσουμε τη φωνή των Κυπρίων; Πόσα χρόνια πληθυσμιακής αλλοίωσης και λάθος χειρισμών; Πόσα χρόνια θα περάσουν μέχρι να πειστούμε ότι ο τόπος τους μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ειρηνικής συμβίωσης;
Στο νησί ακόμα ξεθάβουν και ταυτοποιούν οστά ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων.
Πόσα οστά πρέπει να ξεθαφτούν ακόμα μέχρι να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και με οδηγό την αλήθεια θα συμβάλλουμε ώστε αυτό το χρυσοπράσινο φύλλο, το ριγμένο στο πέλαγο να συνεχίσει το ταξίδι του στο χρόνο;
Πόσες άλλες δεήσεις μουφτήδων και παπάδων, πόσα συνθήματα ένθεν κακείθεν διαδηλωτών, πόσα κλάμματα απογόνων θ' ακουστούν ακόμα μέχρι αυτός ο τόπος να ζήσει ειρηνικά χωρίς ξένους στρατούς και κατοχή, ελεύθερος από επεμβάσεις κάθε τύπου και προέλευσης;