23 Οκτωβρίου 2019

Ζήτω τα παρελθόντα μας! (Ευκαιρίας δοθείσης λόγω 28ης, διάλογος με την πατρίδα)


Θυμάστε που ο Ιωάννης Πολέμης,  μας προέτρεπε να αναρωτηθούμε:  Τι είναι η πατρίδα μας;  Μην είν' οι κάμποι; Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;  Κι άλλα τέτοια.  Βέβαια, η πατρίδα σε αντίθεση με το ερώτημα του ποιητή που παραμένει σταθερό κι αναλλοίωτο, αλλάζει διαρκώς.  Αναλόγως κυρίως με τα παιδικά και συνεπώς τα σχολικά χρόνια του καθένα μας. Αυτά δεν λένε κι οι  υπουργοποιημένοι αυτόκλητοι πλάστες εθνικής συνείδησης; Λοιπόν στα χρόνια τα δικά μου επί παραδείγματι, πατρίδα ήταν ένα φλεγόμενο πουλί στο φόντο κι ένας φαντάρος. Οι άλλοι, οι πιο παλιοί, την πατρίδα είδαν στη σκηνή του τραίνου με τον «χακί» μπαμπά, χωσμένο στην αγκαλιά της κλαμένης μάνας. Οι νεώτεροι τους, την πατρίδα νοιώσανε κάτω από μπότα κατακτητή, μοιράζοντας τη μπομπότα και τις λαχανίδες και γράφοντας, οι θαρραλέοι, συνθήματα σε τοίχους. Άλλοι αφουγκράζονταν, σφιγμένοι,  πρωινές ριπές σε σώματα καθημερινών αγίων ή οσφραίνοντας το αίμα στα καμένα χωριά. Κάποιοι άλλοι, μιλημένα αετόπουλα, με το μήνυμα ραμμένο στο μπαλωμένο παντελονάκι που ξέφτιζε πάνω από τα γδαρμένα γόνατα ή πλεγμένο στην πλεξούδα των μαλλιών. Αυτοί  που ζήσαν τη στιγμιαία  χαρά της απελευθέρωσης, τους διαδέχτηκαν.  Κι οι νεώτεροι,  τυχεροί αυτοί, με κυβέρνηση βουνού και δάσκαλο το Σβώλο στη Βίνιανη, όπου κι οι δάσκαλοι, μαθητές γίνονταν, γνώριζαν την πιο περήφανη πατρίδα στην εθνική μας θύμηση. Και μετά οι πιτσιρίκοι που τυχεροί μεσ’ στη μιζέρια τους, γνώριζαν πατρίδα στο αραιό, επισκεπτήριο με το χωροφύλακα παρόντα. Κι άλλοι, περισσότερο άτυχοι, μετρώντας τα χαμένα χρόνια της παιδικότητας στις μεταχρονολογημένες  διηγήσεις αυτών που προλάβαιναν κι επέστρεφαν. Και στη μεταπολίτευση, στα πρώτα χρόνια, στις μεγάλες πορείες, στις μεγάλες συγκεντρώσεις της επετείου του Πολυτεχνείου, στις πορείες προς την  πρεσβεία των δολοφόνων, το ραντεβού με την πατρίδα φάνταζε αλλιώς.  Αυτή είναι η πατρίδα μου!

Πως  να τα  θυμάμαι  όλα αυτά, ξεχνώντας όλα τα άλλα;

Πώς να ξεχάσω πως άλλοι πιο παλιοί, την πατρίδα βίωναν σε παρελάσεις δήθεν στρατιωτικές, με κοντόχοντρους φύρερ, αυγουστιάτικες ονειρώξεις και φασιστικούς χαιρετισμούς; Τους πιο παλιούς από δαύτους πώς να τους σβήσω, που στην «ανεξαρτησία» σκότωναν τον αδελφό ή βύθιζαν βαπόρια για συμφέροντα ξένων;  Τους  χρυσοποίκιλτους  που αφόριζαν επαναστάτες πως, αντιστρέφοντας τους  ρόλους,  να συγχωρήσω;  Αυτούς που φυλάκισαν το «Γέρο» και «ξάπλωναν» τους κυβερνήτες; Δεν θα θυμηθώ, υπόσχομαι, διαχρονικούς «μηδίζοντας» αλλά τους άλλους,  που λιποτακτώντας ένδοξα  από πόλεμο γενναίων,  μαγάρισαν τον ένδοξο «Αέρα», πώς να ξεχάσω;  Κι αν τους ξεχάσω όλους με μιας, τα παραπίσω, του είκοσι-δυό και πίσω,  πως να διαγράψω;  Τότε που στέλναμε να πολεμήσουν τους Οχτωβριανούς.  Να μη θυμάμαι λοιπόν!  Τις θηριωδίες των μανιασμένων μεγαλοϊδεατών που ανάγκαζαν επιτελείς σε επί τόπου εκτελέσεις ελλήνων μακελλάρηδων που να τις κρύψω;  Σώσανε, λες το εθνικό ιδεολόγημα!  Και μερικά κεφάλια γηγενών «ανακτημένων» μας πατρίδων από την εθνική σπάθα του Γιουνάν Ασκέρ να προσθέσω. Και μερικές γυναίκες απ’ το βιασμό! Ανταγωνισμός στη βαρβαρότητα του Κεμάλ ή αλλιώς  η Ελλάς ως ιμπεριαλιστική δύναμη θα δικαιολογηθείς! Που να τους κρύψω όλους τούτους; Κι αργότερα τον Μανιαδάκη του φυρερίσκου; To γράμμα του Ζαχαριάδη γιατί να το ξεχάσω; Τις κουκούλες; Τους λαδάδες;  Τα ευζωνάκια μας;  Τους συνεργάτες του  κατακτητή! 
Τους διακόσιους  που να τους παραχώσω;  Το «βουνό» που να το κρύψω; Να τον σβήσω το  λόγο του Άρη στη Λαμία; Το ματωμένο Δεκέμβρη; Το κράτος των δέντρων να το διαγράφω μου ζητάς! Το χαμόγελο του Μπελογιάννη και το σθένος του Πλουμπίδη κι αντ’ αυτών τις Φρειδερίκες να τιμώ;  Το τρίκυκλο και το Λαμπράκη ποιος αλήθεια χρειάζεται να θυμηθεί; Και της  χούντας τους βασανιστές τι να τους κάνω, τι; Την Ακροναυπλία, την Αλικαρνασσό, το Παρθένι, τον Ωρωπό, τον Κορυδαλλό , τον Άη Στράτη, τα Γιούρα πώς να τα ξεγράψω; Το τανκ στην Πατησίων; Τα «σταγονίδια» πως να ξεχάσω; Τους νέους Παρθενώνες να δώσω για εκμετάλλευση;  Την Κύπρο και τις ντροπές μας πριν την εισβολή πώς να εξαργυρώσω;  
Τι τα σκαλίζω με επικρίνεις! Μέρες που ‘ναι να βλέπω μόνο τη μια πλευρά! Την καλή! Αυτή που θες εσύ! Και να γιορτάζω στις είκοσι οχτώ. Κι αν δεν δεχτώ, γνωστή, όπως πάντα,  η αντίδρασή σου!
Ανθέλληνας θα πεις, δεν σέβομαι, ότι είμαι εθνικός αρνητήςότι δεν έχω ιερό και όσιο, ότι είμαι ψεύτης, ότι διογκώνω κάποιες μικρές κι ασήμαντες στιγμές της ιστορικής μας διαδρομής, ότι διχάζω, ότι  είμαι δογματικός, ότι είμαι κολλημένος, ότι προσβλέπω σ’ Άλλο Μέλλον και δεν είναι τα ίδια αυτά που θυμόμαστε όταν την Πατρίδα μας γιορτάζουμε. 

Χαμογελώντας σου, κατάματα κοιτώντας και τις δυο πλευρές σου, απαντώ:

Μόνο σ’ ένα έχεις δίκιο!



13 Οκτωβρίου 2019

Είναι οι έλληνες του εξωτερικού δύο φορές έλληνες;



x
Αυτός ο επιπόλαιος αφορισμός «Οι έλληνες του εξωτερικού είναι δύο φορές έλληνες» πρέπει να μας προβληματίσει. Τι σημαίνει και πως χρησιμοποιείται; Ποιοι είναι οι έλληνες του εξωτερικού; Είναι παλαιοί κάτοικοι της χώρας μας και χώρας τους όπως ισχυρίζονται που σε κάποια φάση της ζωής τους αποφάσισαν ή εξαναγκάστηκαν να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να μετεγκατασταθούν σε κάποια χώρα της αλλοδαπής. Κανένας από αυτούς δεν μεταφέρθηκε αυτομάτως σε μία ξένη χώρα αλλά συνειδητά αφού πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις των χωρών υποδοχής αλλά και παρανόμως σε ένα πολύ μικρότερο ποσοστό, μετανάστευσαν. Πρόκειται δηλαδή εν πολλοίς όπως εξάλλου δηλώνει και ο όρος μετανάστης, για μία συνειδητή απόφαση «να αναστηθούν» σε μία ξένη χώρα πέραν της πατρίδας. Για να υπάρξει ανάσταση πρέπει να υπάρξει θάνατος. Και ο θάνατος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο θάνατος της παλιάς ζωής που με τις αντίστοιχες συνθήκες ήταν επιβεβλημένος ώστε να ανθίσει μία νέα ζωή με νέες ανεκτές συνθήκες. Οι σχέσεις που διατήρησαν αυτοί οι άνθρωποι με την Ελλάδα είναι ποικίλες και εξαρτήθηκαν από πολλούς μεταβαλλόμενους παράγοντες που η περιγραφή τους και μόνο είναι μία πολύπλοκη διαδικασία. Ας περιοριστούμε μόνο στη σχέση και μερικούς από τους δεσμούς που ενδέχεται να διατηρούν αυτοί οι άνθρωποι με την πρώην πατρίδα τους. Είναι σχέση ουσίας; Είναι σχέση οικονομική; Είναι πολιτιστική; Είναι φολκλόρ με μικρούς εύζωνες και Παρθενώνες σε δισκάκια στους τοίχους ή παναγίτσες και σταυρούς κρεμάμενους στα καθρεφτάκια των αυτοκινήτων; Είναι η «στήριξη» από χιλιάδες στον πλανητάρχη Τράμπ ή η σύγχυση του Μέγα Αλέξανδρου και της χρυσής αυγής ή ακόμα και των κρυπτοναζιστικών ιδεών περί ανωτερότητας της φυλής χαρακτηριστική της ελληνικής συνείδησης των ομογενών του σήμερα; Αν αφήνοντας τις γενικεύσεις και με ψυχραιμία χαρτογραφήσουμε τον ελληνισμό Ευρώπης, Αφρικής, Αμερικής και Αυστραλίας θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για διαφορετικά υποσύνολα αυτού που γενικώς και ίσως αυθαιρέτως ονομάζεται ελληνική διασπορά. Το επίσημο ελληνικό κράτος όπως εξάλλου έκανε ανέκαθεν, έχει αποποιηθεί και εν τέλει μεταφέρει τις ευθύνες του για τους απόδημους (;) σε τρίτους ανάμεσα στους οποίους και στην τύχη. Στην περίπτωση τόσο της Αυστραλίας όσο και της Αφρικής και Αμερικής όπου έχουμε περάσει σε άλλη φάση με «έλληνες» τέταρτης και πέμπτης γενιάς, η Ελλάς τηρουμένων των αναλογιών, έχει «αναθέσει» την ομογένεια στην εκκλησία. Κυρίως την ευθύνη της παιδείας και της γλωσσομάθειας χαρακτηριστικών αλλά όχι απαραίτητων ή μοναδικών στοιχείων οικοδόμησης ελληνικής συνείδησης στο εξωτερικό. Πόσο ακριβής είναι η εξίσωση Greek means Greek-Orthodox? Τα, δεν γνωρίζω πόσο «ελληνικά», πατριαρχεία λοιπόν έχουν, απουσία του ελληνικού κράτους, την ευθύνη «διατήρησης» της ελληνικότητας. Τι είναι όμως ελληνικότητα και τι σχέση έχει με την ελληνική συνείδηση; Έχουν οι «έλληνες του εξωτερικού» ελληνική συνείδηση; Πως αυτή εκφράζεται σε καθημερινή βάση; Πως παλεύοντας για τον βιοπορισμό ή εξασφαλίζοντας μία άνετη ζωή στο εξωτερικό δύνανται ή δικαιούνται και υπό ποιες προϋποθέσεις να εκφέρουν γνώμη για τη πατρίδα που άφησαν πίσω τους πριν από δεκάδες χρόνια; Ποια είναι η εικόνα που έχουν για την «πατρίδα» του σήμερα; Ποιοι από τους κρατούντες ήτο πολιτικό προσωπικό είναι τόσο «γενναίοι» που θα πάρουν την ευθύνη της εξίσωσης της ψήφου των διάσπαρτων ανά την υψήλιο «ελλήνων» με αυτή των διαμενόντων και υποκειμένων σε μνημόνια και λιτότητα γηγενών; Πως λοιπόν θα εξασφαλιστεί η ενημέρωση των «ομογενών» για το τι διακυβεύεται στις ελληνικές εκλογές; Για την ταξική διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας θα πούμε τίποτε; Και έρχεται τώρα το ελληνικό κράτος να «τυμβωρυχίσει» πάνω στο ημιθανές ή νομοτελειακά νεκρό σώμα της λεγόμενης ομογένειας εργαλειοποιώντας την για τα δικά του συμφέροντα και τις σκοπιμότητες έχοντας στην πλάτη του την ευθύνη της επί σειρά ετών εγκατάλειψής του. Αυτά τα ολίγα ως συμβολή σε ενδεχόμενο προβληματισμό.


08 Οκτωβρίου 2019

Αν μιλούσαμε για βία χαφιεδάκο!

Δεν είναι νέα εποχή αυτή που διανύουμε. Δεν φέρνει νέα ήθη. Πρωτοτυπεί ενδεχομένως καθώς ως ανακατασκευή του παρελθόντος χρησιμοποιεί τις πλέον απροκάλυπτες μεθόδους αλλά δεν φέρνει τίποτε καινούργιο. Πάντοτε ήμασταν, ευτυχώς, μοιρασμένοι σε αυτούς που δείχνουν και αυτούς που δείχνονται. Στην ιστορία υπάρχουν παραδείγματα χωρών που η πλειοψηφία των πολιτών τους ήταν με αυτούς που δείχνουν. Εμείς ευτυχώς δεν είμαστε και δεν θα γίνουμε ποτέ μία από αυτές. Μία χώρα σαν του ινδάλματος σου, του Τσολάκογλου. Πάντοτε στην αναμπουμπούλα αναδεικνύονταν κάποιοι υπερασπιστές, ως εσύ, της ανομίας και της αταξίας που υπερέβαλλαν στις προσπάθειες τους -σε τρόπο ώστε να εντυπωσιάσουν τους εντολείς τους- που έπαιζαν το χαρτί του νόμου και της τάξης και πρότειναν ανάμεσα σε άλλα θαυμαστά και εισβολή τανκ στην ΕΡΤ. Και πάντοτε ευτυχώς, υπήρχαν και κάποιοι που μας θύμιζαν ότι για να πάνε μπροστά οι κοινωνίες, αυτές οι αντιθέσεις των επιλογών ακόμα και στην υπερβολική τους διάσταση πρέπει να αναδεικνύονται με κάθε τρόπο. Τι έχουμε λοιπόν εδώ. Ένα εκλεγμένο εκπρόσωπο μίας μερίδας λαού, μέλος του ελληνικού κοινοβουλίου (ποιος είπε ότι ο λαός δεν απατάται;) που κατονομάζει ένα διαδηλωτή αποκαλύπτοντας δημόσια την ιδιότητά του που εμφανίζεται σε μία φωτογραφία σε μία εντυπωσιακή ομολογουμένως στάση να κτυπά ένα Ματατζή. Πολύ ωραία! Ονομάζει την πράξη του βίαια και ουσιαστικά ζητά τη σύλληψή του προκαλώντας την αντίδραση των κομμουνιστών στο κόμμα των οποίων, σύμφωνα με τον καταδότη, ανήκει ο διαδηλωτής. Προτείνει λοιπόν και προάγει- έτσι για να το συνηθίζουμε- με την ενέργεια του, μία «κουλτούρα ρουφιανιάς.» Ήταν λοιπόν ο διαδηλωτής ο στόχος του καταδότη; Προφανώς όχι! Στο πρόσωπο του διαδηλωτή, ο καταδότης φωτογραφίζει πολίτες που τη μέρα του δήθεν βίαιου επεισοδίου, αισθάνθηκαν την ανάγκη να «κατέβουν» στο δρόμο και να διαδηλώσουν ενάντια στις επιλογές των κυβερνώντων να ξεπουλήσουν τη χώρα τους και χώρα μας, σε άνομα συμφέροντα που μας εμπλέκουν σε νέες περιπέτειες. Αφορμή το κοκκίνισμα -όχι από κνησμό- αλλά από μπογιά που πέταξαν οι διαδηλωτές στο υπογάστριο ενός αμερικάνου προέδρου που η συλλογική μνήμη τον έχει κατατάξει ως το μεγαλύτερο δολοφόνο αμάχων στη ιστορία της ανθρωπότητας. Έναν μάλλον «απροίκιστο» της κατηγορίας του σημερινού ομολόγου του που τα συμφέροντα της εποχής -που δεν διαφέρουν σε τίποτε με τα συμφέροντα του σήμερα- τον τοποθέτησαν εκεί που τον τοποθέτησαν. Και καλά οι αμερικάνοι τον κάνανε πρόεδρο, εμείς γιατί τον βάλαμε εκεί; Άλλοι λοιπόν, ερήμην μας αποφάσισαν ποιόν θα βλέπω σε άγαλμα όταν πηγαίνω στη δουλειά μου ή σε κανένα νοσοκομείο εκεί γύρω. Δεν αποφασίσαμε εμείς που μας έχουν προ πολλού γράψει στα κόκκινα πλέον μπιχλιμπίδια του αγαλματένιου ξένου. Το ‘καναν για να ικανοποιήσουν μόνο και μόνο τους ενοίκους του κτιρίου της πρεσβείας της γαληνότατης προστάτιδας που κείται παραπέρα. Έχουμε λοιπόν ένα δήθεν αφελή καταδότη (δεν είναι η πρώτη φορά που αποδεικνύει το δίκαιον του χαρακτηρισμού αφελής) που καλυπτόμενος πίσω από τη δήθεν αφέλειά του ξεδιπλώνει ένα καλά μελετημένο και προδιαγεγραμμένο σε επιτελικά τραπέζια εξουσιαστών, σχέδιο που στόχο έχει να χαρακτηρίσει, να δικάσει και τέλος να καταδικάσει άπαξ και δια παντός το δικαίωμα ενός λαού να αντιδρά και να εκφράζεται αμυνόμενος. Πως αλλιώς δηλαδή περιμένουν οι εγχώριοι εκπρόσωποι, οι για λογαριασμό άλλων λειτουργούντες , οι άλλων συμφερόντων υπηρέτες-κυβερνήτες να αντιδρούν όταν οι λαοί με την απειλή της κρατικής μονοπωλιακής βίας αποτρέπονται από το να εκφράσουν την αντίθεσή τους . Όταν τα περιθώρια της δημοκρατίας τους πέραν του δικαιώματος ψήφου δεν επιτρέπουν ούτε καν την έκφραση της άλλης γνώμης, τι περιμένουν, οι λαοί να κάθονται σε καναπέδες και να παρακολουθούν ριάλιτυ; Κι αν είναι βία η πράξη αυτή του παλληκαριού απέναντι στον υπερασπιστή των ταξικών συμφερόντων άλλων, απέναντι στον αφελή (αυτός κι αν είναι ταξικά θολωμένος) ματατζή, τότε η ανεργία τι είναι; Η έλλειψη ελπίδας των νέων τι είναι; Η πείνα τι είναι; Το κόψιμο του ηλεκτρικού τι είναι; Οι πλειστηριασμοί τι είναι; Η δολοφονία του Ζακ τι είναι; Το σύρσιμο μας σε πολέμους άλλων τι είναι; Η μετονομασία του προσφυγικού σε μεταναστευτικό που διευκολύνει τα εγκλήματα των αφεντικών σας τι είναι;
Άστο λοιπόν καλύτερα χαφιεδάκο μου. Καλύψου πίσω από την ιδιότητα που σου ‘δωσαν οι απατημένοι συμπολίτες και το κόμμα που σε υιοθέτησε, πάρε σβάρνα τα ΜΜΕ, κάνε για τη δημοσιότητα τον Χάμπτυ Νάμπτυ που με τις κινήσεις και τη συμπεριφορά του φέρνεις και λίγο, διασκέδασε μας όσο σου επιτρέπεται και άσε αυτούς που δεν ντρέπονται και δεν θα ντραπούν ποτέ για τις επιλογές τους να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ταξικό τους καθήκον. Και που σαι. Νάσαι σίγουρος ότι αν το παιχνίδι παιχτεί στο δρόμο ή στο βουνό, εσύ θα 'σαι στο σπίτι απέναντι! Ξέρεις, εκεί με τους προγόνους! Όσους τουλάχιστον δεν φόραγαν κουκούλες!