Θυμάστε που ο Ιωάννης
Πολέμης, μας προέτρεπε να αναρωτηθούμε: Τι είναι η πατρίδα
μας; Μην είν'
οι κάμποι; Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά; Κι άλλα τέτοια. Βέβαια, η
πατρίδα σε αντίθεση με το ερώτημα του ποιητή που παραμένει σταθερό κι
αναλλοίωτο, αλλάζει διαρκώς. Αναλόγως κυρίως με τα παιδικά και συνεπώς τα
σχολικά χρόνια του καθένα μας. Αυτά δεν λένε κι οι υπουργοποιημένοι αυτόκλητοι
πλάστες εθνικής συνείδησης; Λοιπόν στα χρόνια τα δικά μου επί παραδείγματι,
πατρίδα ήταν ένα φλεγόμενο πουλί στο φόντο κι ένας φαντάρος. Οι άλλοι, οι πιο παλιοί, την πατρίδα είδαν
στη σκηνή του τραίνου με τον «χακί» μπαμπά, χωσμένο στην αγκαλιά της κλαμένης μάνας. Οι νεώτεροι τους, την πατρίδα νοιώσανε κάτω από μπότα κατακτητή, μοιράζοντας τη μπομπότα και τις λαχανίδες
και γράφοντας, οι θαρραλέοι, συνθήματα σε τοίχους. Άλλοι αφουγκράζονταν, σφιγμένοι, πρωινές ριπές σε σώματα καθημερινών αγίων ή
οσφραίνοντας το αίμα στα καμένα χωριά. Κάποιοι άλλοι, μιλημένα αετόπουλα, με το μήνυμα ραμμένο στο μπαλωμένο παντελονάκι που ξέφτιζε
πάνω από τα γδαρμένα γόνατα ή πλεγμένο στην πλεξούδα των μαλλιών. Αυτοί που ζήσαν τη στιγμιαία χαρά της απελευθέρωσης, τους διαδέχτηκαν. Κι οι νεώτεροι, τυχεροί αυτοί, με κυβέρνηση βουνού και δάσκαλο το Σβώλο στη
Βίνιανη, όπου κι οι δάσκαλοι,
μαθητές γίνονταν, γνώριζαν την πιο περήφανη πατρίδα στην εθνική μας θύμηση. Και μετά οι πιτσιρίκοι που τυχεροί μεσ’ στη μιζέρια
τους, γνώριζαν πατρίδα στο αραιό, επισκεπτήριο με το χωροφύλακα παρόντα. Κι άλλοι, περισσότερο άτυχοι, μετρώντας τα χαμένα
χρόνια της παιδικότητας στις μεταχρονολογημένες διηγήσεις αυτών που προλάβαιναν κι επέστρεφαν. Και στη μεταπολίτευση, στα πρώτα χρόνια,
στις μεγάλες πορείες, στις μεγάλες συγκεντρώσεις της επετείου του Πολυτεχνείου, στις πορείες προς την πρεσβεία των δολοφόνων, το ραντεβού με την
πατρίδα φάνταζε αλλιώς. Αυτή είναι η πατρίδα μου!
Πως να
τα θυμάμαι όλα αυτά, ξεχνώντας όλα τα άλλα;
Πώς να ξεχάσω πως άλλοι πιο
παλιοί, την πατρίδα βίωναν σε παρελάσεις δήθεν στρατιωτικές, με κοντόχοντρους
φύρερ, αυγουστιάτικες ονειρώξεις και φασιστικούς χαιρετισμούς; Τους πιο
παλιούς από δαύτους πώς να τους σβήσω, που στην «ανεξαρτησία» σκότωναν
τον αδελφό ή βύθιζαν βαπόρια για συμφέροντα ξένων; Τους χρυσοποίκιλτους που αφόριζαν
επαναστάτες πως, αντιστρέφοντας τους ρόλους, να
συγχωρήσω; Αυτούς που φυλάκισαν το «Γέρο» και
«ξάπλωναν» τους κυβερνήτες; Δεν θα θυμηθώ, υπόσχομαι, διαχρονικούς «μηδίζοντας»
αλλά τους άλλους, που λιποτακτώντας ένδοξα από πόλεμο
γενναίων, μαγάρισαν τον ένδοξο «Αέρα», πώς να
ξεχάσω; Κι αν τους ξεχάσω όλους με μιας, τα παραπίσω, του
είκοσι-δυό και πίσω, πως να διαγράψω; Τότε που
στέλναμε να πολεμήσουν τους Οχτωβριανούς. Να μη θυμάμαι
λοιπόν! Τις θηριωδίες των μανιασμένων μεγαλοϊδεατών που ανάγκαζαν
επιτελείς σε επί τόπου εκτελέσεις ελλήνων μακελλάρηδων που να τις
κρύψω; Σώσανε, λες το εθνικό ιδεολόγημα! Και μερικά
κεφάλια γηγενών «ανακτημένων» μας πατρίδων από την εθνική σπάθα του
Γιουνάν Ασκέρ να προσθέσω. Και μερικές γυναίκες απ’ το βιασμό! Ανταγωνισμός στη βαρβαρότητα του Κεμάλ ή αλλιώς η Ελλάς ως ιμπεριαλιστική δύναμη
θα δικαιολογηθείς! Που να τους κρύψω όλους τούτους; Κι αργότερα τον Μανιαδάκη του
φυρερίσκου; To γράμμα του Ζαχαριάδη γιατί να το ξεχάσω; Τις κουκούλες; Τους
λαδάδες; Τα ευζωνάκια μας; Τους συνεργάτες του κατακτητή!
Τους διακόσιους που
να τους παραχώσω; Το «βουνό» που να το κρύψω; Να
τον σβήσω το λόγο του Άρη στη Λαμία; Το
ματωμένο Δεκέμβρη; Το κράτος των δέντρων να το
διαγράφω μου ζητάς! Το χαμόγελο του Μπελογιάννη και το σθένος του
Πλουμπίδη κι αντ’ αυτών τις Φρειδερίκες να τιμώ; Το
τρίκυκλο και το Λαμπράκη ποιος αλήθεια χρειάζεται να θυμηθεί; Και
της χούντας τους βασανιστές τι να τους κάνω, τι;
Την Ακροναυπλία, την Αλικαρνασσό, το Παρθένι,
τον Ωρωπό, τον Κορυδαλλό , τον Άη Στράτη,
τα Γιούρα πώς να τα ξεγράψω; Το τανκ στην
Πατησίων; Τα «σταγονίδια» πως να ξεχάσω; Τους νέους Παρθενώνες
να δώσω για εκμετάλλευση; Την Κύπρο και τις
ντροπές μας πριν την εισβολή πώς να εξαργυρώσω;
Τι τα σκαλίζω με
επικρίνεις! Μέρες που ‘ναι να βλέπω μόνο τη μια πλευρά! Την καλή! Αυτή
που θες εσύ! Και να γιορτάζω στις είκοσι οχτώ. Κι αν δεν δεχτώ, γνωστή,
όπως πάντα, η αντίδρασή σου!
Ανθέλληνας θα πεις, δεν σέβομαι,
ότι είμαι εθνικός αρνητής, ότι δεν έχω ιερό και όσιο, ότι είμαι
ψεύτης, ότι διογκώνω κάποιες μικρές κι ασήμαντες στιγμές της
ιστορικής μας διαδρομής, ότι διχάζω, ότι είμαι δογματικός,
ότι είμαι κολλημένος, ότι προσβλέπω σ’ Άλλο Μέλλον και δεν
είναι τα ίδια αυτά που θυμόμαστε όταν την Πατρίδα μας γιορτάζουμε.
Χαμογελώντας σου, κατάματα
κοιτώντας και τις δυο πλευρές σου, απαντώ:
Μόνο
σ’ ένα έχεις δίκιο!
