04 Φεβρουαρίου 2021

Στην τάξη του μέλλοντος

Όταν η αλυσίδα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο θα σπάσει, θα’ ναι πια οριστικό! 
Όταν η έννοια του κέρδους και της αποτίμησης των πάντων, στη λογική αυτή θα καταργηθεί, τα βιβλία (ναι, θα υπάρχουν μέχρι τότε)  θα αναφέρονται στην περίοδο αυτή της ανθρωπότητας που κατοικούσε μέχρι τότε, μόνο στη Γη, ως τη σκοτεινότερη περίοδο που ο άνθρωπος έζησε ποτέ. 
Θα γράφουν τότε, τα κεφάλαια της ιστορίας, για τους αυτοκαταστροφικούς πολέμους που δεν είχαν ακόμα πάψει και για τα δισεκατομμύρια που δίνονταν για την αγορά όπλων ενώ η φτώχεια καλά κρατούσε. 
Θα γράφουν ότι οι τότε άνθρωποι έδιναν μεγάλη σημασία στις διαφορές τους και είχαν κάτι τείχη με συρματοπλέγματα, σύνορα τα λέγανε, που τους χώριζαν από τους άλλους. 
Θα γράφουν και γι' αυτούς που θαλασσοπνίγονταν για μιά θέση στον ήλιο.
Θα γράφουν κιόλας ότι όλα τότε, είχαν μια τιμή.  Όλα μπορούσες να τα αγοράσεις και να τα πουλήσεις, ακόμα και την υγεία και την παιδεία.  Την πείνα θα προσπαθούν, τα παιδιά του μέλλοντος, να την καταλάβουν μέσα από τις περιγραφές των δασκάλων τους. Κι αυτοί πάλι θα αδυνατούν να εξηγήσουν γιατί οι άνθρωποι, εκείνη την εποχή, δεν πρόβλεπαν το ζοφερό τους μέλλον.
 Όταν θα τους έλεγαν ότι τότε, δεν αμείβονταν οι άνθρωποι για τη δουλειά τους ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες τους αλλά ανάλογα με το πως μερικοί θα τ’ αποφάσιζαν. Θα τους έλεγαν ότι οι συνομήλικοί τους, οι τότε μαθητές, έπρεπε να διεκδικούν, να παλεύουν ακόμα και για τα αυτονόητα. 
Ότι οι αντίστοιχοι γονείς της εποχής, μπορούσαν, από τη μία στιγμή στην άλλη να μείνουν χωρίς δουλειά και χρήματα, ελπίζοντας ότι χωρίς να κάνουν τίποτε θ’ άλλαζε κάτι. 
Ότι τότε, κάμποσα χρόνια μετά που φτάσανε στο δορυφόρο τους τη Σελήνη, υπήρχαν άνθρωποι που ζούσαν και πέθαιναν πεινασμένοι και ξεσκέπαστοι στους δρόμους γιατί δεν είχαν που να πάνε.  
Ότι τους γιατρούς που ζητούσαν να ‘χουν όλοι πρόσβαση στο δικαίωμα της υγείας, τους βάζανε στο περιθώριο. 
Μάλιστα σε μια χώρα, Ελλάδα τη λέγανε, τους κυνηγούσαν κιόλας κάτι αστυνομικοί. Ο διευθυντής τους είχε ένα όνομα, κάτσε να δεις, κάτι με ένα μέταλλο. Όχι τενεκές, όχι. Κάτι πιο πολύτιμο. Κάτι με χρυσό. 
Τέλος πάντων, ήτανε τότε που ψηφίζανε στη ζούλα κι ενώ το θανατικό θέριζε, αντιλαϊκά νομοσχέδια. Τότε που μπαινοβγάζανε τους ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους και τα παιδιά απ’ τα σχολεία τους αλλά δεν κάνανε τίποτα για να τους προστατέψουν. 
Όταν λοιπόν, με τα πολλά θα ρωτούσαν τους δασκάλους τους για τον ευτελισμό της ανθρώπινης ζωής παντού στη Γη, αυτοί δεν θα μπορούν να τους απαντήσουν. Δεν θα ‘χουν λόγια να περιγράψουν το γιατί –τότε στην περίοδο του κορονοϊού- δεν συνεργάζονταν όλοι οι ερευνητές,  από όλες τις τότε χώρες του πλανήτη για να καταλήξουν στο πως θα αντιμετωπίσουν το θάνατο που έβλεπαν μπροστά τους. 
Οι δάσκαλοι θα προσπαθούν να συγκρατηθούν να μη γελάσουν ή να μην κλάψουν κι οι ίδιοι, όταν τα παιδιά γελούσαν όταν θα τους περίγραφαν ότι τότε έκριναν τους ανθρώπους ανάλογα με το χρώμα του δέρματος τους ή το πορτοφόλι του μπαμπά τους.  
Όταν τότε που με την πατριαρχία, η κακοποίηση των γυναικών ήταν κάτι συνηθισμένο και συχνό.
Θα προσπαθούν να περιορίσουν τα παιδιά που θύμωναν όταν θα τους περίγραφαν την καταστροφή του περιβάλλοντος από τους ίδιους τους κατοίκους του πλανήτη. 
Όταν θα τους έλεγαν ότι ο πλούτος δεν ήταν τότε κτήμα μόνο λίγων και όχι κτήμα των πολλών.
Όταν θα τους δίδασκαν ότι ο καπιταλισμός, έννοια που δύσκολα θα μπορούσαν να καταλάβουν, καθώς σπάνια θα ’χαν ακούσει τον όρο,  κατάστρεψε, μπροστά στα μάτια των τότε ανθρώπων, το μέλλον. 
Στο μάθημα της γεωγραφίας την ήπειρο της Αφρικής εύκολα θα την εξηγούσαν γεωλογικά. Δεν θα συνέβαινε όμως το ίδιο όταν θα την ονόμαζαν τρίτο κόσμο όπου ακόμα και το νερό έλλειπε. 
Όταν θα τους έδειχναν εικόνες σκελετωμένων παιδιών θα δυσκολεύονταν να περιγράψουν με απλά λόγια το γιατί. 
Όταν θα τους έλεγαν ότι ακόμα και στο μακρινό 2021 υπήρχαν παιδιά που δούλευαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες αντί να πηγαίνουν στα σχολεία τους, την ίδια δυσκολία θα αντιμετώπιζαν.
Όταν με αφορμή τη συζήτηση για τις θρησκείες δε θα μπορούσαν να τους εξηγήσουν το πως ολόκληρη η τότε ανθρωπότητα, προσκυνούσε θεούς και διαόλους. Γιατί δεν έβλεπαν ότι η λύση, δεν βρίσκονταν εκεί που την αναζητούσαν με μεταφυσικές επικλήσεις κάποιοι που παράσερναν και τους υπολοίπους, αλλά στα ίδια τους τα χέρια. 
Τότε όμως με τη λήξη της διδακτικής ώρας που όπως πάντα τελείωνε με τον ήχο του κουδουνιού, όλα τα παιδιά, όπως εξάλλου γινόταν πάντα, θα ξεχύνονταν στην αυλή να αναπνεύσουν λίγο καθαρό αέρα και να χαρούν παίζοντας. 
Σήμερα θα ‘καναν τους «παλιούς ανθρώπους» και σε ομάδες θα κυνηγούσαν το ένα τ’ άλλο.