Κουφοντίνας σε άδεια, αστικό κράτος σε σύγχυση. (Το σκίτσο είναι του εξαιρετικού γελοιογράφου Ιωάννου που έφυγε χθες απο τη ζωή)
Στο αστικό κράτος και τη λεγόμενη ευνομούμενη κοινωνία, η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας όπως και κάθε ποινή που επιβάλλεται από το δικαιϊκό σύστημα έχει ή πρέπει να έχει ως στόχο, το σωφρονισμό. Δηλαδή ότι ο τιμωρούμενος έστω κι αν δεν αντιληφθεί ή δεν θελήσει για τους δικούς του λόγους να αντιληφθεί πλήρως τον αντίκτυπο των πράξεων του στις ζωές των άλλων να «αποδεχθεί» συν τω χρόνω, κατά την έκτιση της ποινής του, ότι δεν μπορεί να λειτουργεί βλάπτοντας τα συμφέροντα των άλλων και να εναρμονίσει κατά την επανένταξή του, την κοινωνική του συμπεριφορά, μη διαταράζοντας την καθεστηκυία τάξη που συχνά όμως με άλλα μέσα, για άλλους λόγους, με άλλη λογική και ιδεολογική προοπτική, αμφισβητείται. Για κανένα λόγο η δικαιοσύνη δεν πρέπει να λειτουργεί εκδικητικά καθώς αν μία κοινωνία είτε ελεύθερη είτε καπιταλιστική, κατέφευγε στην εκδίκηση, δεν θα χρειάζονταν νόμους και δικαστήρια. Θα ήταν απλά τα πράγματα. Αυτά σε επιφανειακό επίπεδο κατά την αντίληψη ενός μη νομικού. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Η δικαστική εξουσία ή ο θεσμός της δικαιοσύνης αν και πυλώνας της δημοκρατίας όπως θεωρείται, δεν λειτουργεί πάντοτε ανεξάρτητα από τις άλλες (εκτελεστική και νομοθετική) εξουσίες. Αν έχουμε δικτατορία επί παραδείγματι δεν είναι δυνατό η δικαιοσύνη να λειτουργεί χωρίς δικτατορικές παρεμβάσεις. Στην περίπτωση της δημοκρατίας η δικαστική εξουσία, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν είναι δυνατό να λειτουργεί ενάντια στα συμφέροντα των πολλών και αυθαιρετώντας να ερμηνεύει τους νόμους κόντρα στο λεγόμενο περί δικαίου λαϊκό αίσθημα. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας , στον καπιταλιστικό κόσμο με άλλα λόγια, λαός και εξουσίες στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αντιμέτωποι. Ο λαός που δεν το συνειδητοποιεί πάντοτε, «υπηρετείται» και υπηρετεί δυνάμεις (εξουσίες) που σκοπό έχουν όχι να προασπίσουν τα συμφέροντα και το δίκιο του αλλά τα συμφέροντα και το δίκιο αυτών που έχουν στη διάθεσή τους τα μέσα παραγωγής, τους στυλοβάτες με άλλα λόγια ενός συστήματος που λειτουργεί στο όνομα των λίγων και όχι του λαού. Τι συμβαίνει στην περίπτωση του Κουφοντίνα; Ικανοποιείται το κοινό περί δικαίου αίσθημα με την καταδίκη του τρομοκράτη και της τρομοκρατίας ή με τις υπηρεσιακού τύπου άδειες που δικαιούται ή δεν δικαιούται ο καταδικασμένος τρομοκράτης; Ας θυμηθούμε τις πράξεις του Κουφοντίνα και των λοιπών τρομοκρατών, το σκοτεινό τους κόσμο και τι εξυπηρέτησαν ή σε γενικές γραμμές ποιους υπηρετεί η τρομοκρατία. Η βία κατ αρχάς και κατ αρχήν, είναι νόμιμη και αποδεκτή. Όποιος το αμφισβητεί να θυμηθεί το: «…με βία μετρά τη γη» του εθνικού ύμνου. Ας θυμηθεί την αστυνομική βία και την βίαια στέρηση της ελευθερίας του ατόμου ή ακόμα την με τη βία αφαίρεση της ζωής ως απόδοσης δικαίου. Αυτό το αστείο που λέγεται «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται» είναι τόσο ανόητο όσο ανόητοι είναι αυτοί που το εκφράζουν. Και για να μεταφερθούμε στην κοινωνική σφαίρα και το πώς γράφεται η ιστορία των κοινωνιών να αναφερθούμε στο ”Η βία είναι η μαμή της ιστορίας» που έγραφε ο Μαρξ. Η άρνηση της βίας γίνεται στο πλαίσιο της αστικής ηθικής που δεν αναγνωρίζει τη βία ως μέσο κατάκτησης της λαϊκής εξουσίας αλλά την ευλογεί θρησκευτικώς, δικαιώνοντας την μάλιστα και ηθικώς όταν πρόκειται για πολέμους και υπεράσπιση μεγάλων συμφερόντων. Τι γίνεται με τη βία των επαναστατών; Σε ποια κατηγορία κατατάσσουμε τη βία των σκλαβωμένων που αποζητούν μία ελεύθερη ζωή; Αυτά λοιπόν τα έωλα περί καταδίκης της βίας μόνο αφελή και υποβολιμαία είναι. Τι γίνεται στην περίπτωση της τρομοκρατίας; Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη χρήση βίας. Βρίσκεται στη χρήση της βίας εξ ονόματος του λαού! Με ποια λογική δικαιούται ο τρομοκράτης να επικαλείται το όνομα του λαού για να ντύσει ηθικά τις πράξεις του πέφτοντας στο ίδιο λάκκο, χρησιμοποιώντας τα ίδια επιχειρήματα με το αστικό κράτος που έχει εκ νόμου, το μονοπώλιο της βίας; Πότε και με ποιο τρόπο ο τρομοκράτης χρίστηκε εκπρόσωπος και εκφραστής της λαϊκής θέλησης; Μέσα από ποιες διαδικασίες εξουσιοδοτήθηκε να χρησιμοποιήσει βία; Και εν τέλει τι εξυπηρετεί η βία «τιμωρός» μεμονωμένων ατόμων με ότι κι αν βαρύνονται. Είναι ίδια η τρομοκρατική βία με την βία των επαναστατών; Πόσες μεμονωμένες ζωές «πρέπει» να πάρουμε για να φέρουμε τη «λαϊκή εξουσία» όπως την αντιλαμβάνεται ο τρομοκράτης; Η βία των τρομοκρατών σε κάθε περίπτωση υπηρετεί το αστικό σύστημα. Γίνεται αφορμή για γενικότερη καταστολή των δικαιωμάτων των εργαζομένων και λειτουργεί πάντοτε κατά των συμφερόντων του, δίνοντας λαβή στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία να «λάβει αναγκαία και απαραίτητα μέτρα» καταστολής. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος ότι στο όνομα της καταδίκης της τρομοκρατίας, ο λαός πείθεται, χαλαρώνει και αποδέχεται τόσο τη βία του κράτους όσο και την επιβολή γενικότερων μέτρων καταστολής των δημοκρατικών του δικαιωμάτων. Γι αυτό το λόγο η τρομοκρατία ως αυτόκλητη εκπρόσωπος και υπερασπίστρια των συμφερόντων του λαού, είναι υπηρέτης σκοτεινών συμφερόντων και πάντοτε εχθρός του λαού. Τώρα στο ερώτημα αν ο τρομοκράτης που συνεπής στις ιδέες του, αρνείται να δηλώσει «μεταμέλεια» στο αστικό κράτος και να απολογηθεί για τις ζωές που αφαίρεσε στην «πάλη» του για κατάργηση του συστήματος, δικαιούται άδεια ή όχι, η απάντηση είναι ρητή: Ναι δικαιούται! Δικαιούται άδεια τόσο αυτός όσο και όλοι όσοι κρατούμενοι πληρούν τις προϋποθέσεις αδειών καθώς ακόμα και το αστικό κράτος με τον κώδικα δικαίου του δεν πρέπει να εκδικείται. Το ζήτημα όμως είναι ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις; Πως ορίζονται και πως ερμηνεύονται; Με ποια λογική δηλαδή δίνονταν άδεια στον Κουφοντίνα στο παρελθόν και δεν δίνεται τώρα; Δεν ήταν τις προηγούμενες φορές ύποπτος φυγής ή υπόπτος τέλεσης παρόμοιων εγκλημάτων και είναι τώρα; Αυτά πρέπει να απαντηθούν και όχι το δικαίωμα αδείας κάθε κρατουμένου. Να συζητήσουμε επίσης για το εάν ο σωφρονισμός είναι εν τέλει ο σκοπός της στέρησης της προσωπικής ελευθερίας. Να συζητήσουμε δηλαδή τι είδους δικαιοσύνη απονέμεται και ποιούς υπηρετεί στο αστικό κράτος; Στην προσπάθεια μας αυτή ας αναλογιστούμε τις υποθέσεις της γιαγιάς με τα τερλίκια, της άλλης γιαγιάς με τα ραδίκια και τις υποθέσεις των καθαριστριών και ας βγάλουμε συμπεράσματα.
