Ποιος θα μου στερήσει τη μνήμη, ποιος θα με ‘μποδίσει; Ποιος, τι και με ποιο δικαίωμα δεν θα μ’ αφήσει να ανατρέξω στη στιγμή που με συνειδητοποίησε. Τη στιγμή που μ’ άρπαξε απ’ το χέρι που με κρατά σφιχτά και βαδίζουμε ακόμα αντάμα. Εκείνη μπροστά και εγώ ν’ ακολουθώ. Αμούστακος και θολωμένος τότε, ασπρομάλλης, ευσυγκίνητος αλλά βέβαιος σήμερα. Δεν ήξερα πολλά. Οι βεβαιότητες σιγά-σιγά, η μια πάνω στην άλλη, χτίστηκαν! Δεν ξεριζώνονται! Δεν κατεδαφίζονται! Δεν αρρωσταίνουν! Η καρδιά χτυπά το ίδιο με εκείνη που χτυπούσε τότε. Αυτό τον χτύπο της καρδιάς μας φοβούνται. Της δικιάς μου, της δικιάς σου, όλων μας. Τον τρέμουν και τους στοιχειώνει! Πάντοτε προφάσεις ζητούσαν. Πάντοτε προφάσεις ζητούν. Ποιες απαγορεύσεις μπορούν να μου χαλάσουν τα γενέθλια και να μου αμφισβητήσουν τις βεβαιότητες; Καμιά και τίποτα!
