Ορθός στη σκαλωσιά. Μπροστά στ’ αμόνι να γεννά μορφές στο σίδερο. Πάνω στη γέφυρα με το μπούσουλα, να το «φέρνει» μοίρα, μοίρα. Κάτω στη μηχανή, μέσα στα γράσα. Να ράβει φασόν, ρούχα πολύχρωμα. Να φέρνει δίσκους με μεζέδες σε τουρίστες που πιστεύουν πως δεν δουλεύει αρκετά. Με κράνος στη γαλαρία με την πηχτή τη σκόνη και το πιστόλι να φυσά πιεσμένο αγέρα. Και πάλι πάνω, με την άσπρη τη ρόμπα να κρατά ακόμα το χέρι του ξεψυχισμένου. Να κοντοστέκεται, στύβοντας εξαντλημένος, ιδρώτα και δάκρυ. Να τρέχει παραγγελίες και να κόβει τυριά πίσω από μάσκες. Να μαζεύει σκουπίδια και να γιατρεύει αξημέρωτα, βάρδια τη βάρδια, άρρωστες μάνες, πατεράδες κι αδελφούς των άλλων.
Δεν τον σκότωσανε ακόμα. Δεν παράδωσε το πνεύμα, όσο κι αν το ‘θελαν. Δεν είπε ποτέ και δεν θα πει ποτέ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙...» και τα λοιπά. Τον υποτίμησαν παρασυρμένα πλήθη. Τον αμφισβήτησαν οι λίγοι και οι ηγέτες που παρασέρνουν τους πολλούς. Με τα παχιά, τα κούφια λόγια για να του κλέψουν δύναμη.
Δεν ξεμπερδέψανε μαζί του. Δεν μπορούν! Δεν το τολμούν. Του στερούν ξεκούραση και ποιότητα ζωής. Το ξέρει, το καταλαβαίνει, το καταλαβαίνουν πια όλο και πιο πολλοί. Έγινε πιά συνείδηση πως χωρίς Αυτόν δεν θα υπάρχουνε οι λίγοι.
Όχι δεν τον κρεμάσαν σήμερα επί του ξύλου! Χρόνια αντέχει!
Ξέρει πως η Ανάσταση θα ‘ρθει .
Όχι από θέληση κάποιου πατέρα, μα με τη δύναμη πολλών.
Όχι για μια άλλη, θολή, καλή ζωή κάπου αλλού, μα για τούτη, την άγρια και δύσκολη που μας καταδικάσανε να ζούμε.
Καλή Ανάσταση του δίκιου λοιπόν. Του δίκιου των πολλών, αυτών που πέρασανε κι αυτών που θα ‘ρθουν.
