Τόχω καμό (καημό) να ακούσω ή να δω γραμμένη μια θετική είδηση για το μικρό νησί, την πατρίδα της καρδιάς, εκεί στην εσχατιά του Αιγαίου. Πότε απασχολεί την επικαιρότητα για την ανυδρία του, πότε για καταστροφικές πλημμύρες, πότε γιατί προσάραξε το «Πρέβελης», πότε γιατί ο καπετάνιος -λόγω του καιρού, δεν κατάφερε να το «βάλει μέσα» και τώρα γιατί ο εξ ανατολών, επιθυμεί με το τσαμπουκά του ισχυρού, να του στερήσει τη θάλασσά του, προς το παρόν τουλάχιστον, μόνο εξ ανατολών. Χρόνια τώρα παρατημένοι από θεούς και δαίμονες οι κάτοικοι παλεύουν για την επιβίωση είτε στη θάλασσα -οι πιο πολλοί, είτε στα ζώα, είτε στην ξενιτειά. Χρόνια τώρα ξεχασμένοι από το επίσημο ελληνικό κράτος, παραγκωνισμένοι από τις εξουσίες, πάλευαν για αναγνώριση από τη συλλογική ιστορία για τη συμμετοχή τους με ηρωικά ολοκαυτώματα στους αγώνες της πατρίδας μας. Τραυματισμένη από την Ιταλοκρατία των Δωδεκανήσων, ερημωμένη από την μετανάστευση κυρίως προς την Αίγυπτο την περίοδο της διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ, ανεμίζει περήφανα μέσ’ στο πέλαγο, διαβεβαιώνοντας ότι ακόμα και χωρίς λιμάνι στο παρελθόν (που το ‘παιρνε ο αέρας) ή χωρίς αεροδρόμιο που μας ενώνει πλέον με την Κάρπαθο, μπόρεσε αυτός ο βράχος να μένει εκεί με τους λιγοστούς γέρους πια κατοίκους του, με τα λιγοστά μέσα και τις πρωτόγονες υποδομές, επιβεβαιώνοντας ότι «η γης δεν έχει κρικέλια» να την πάρεις και να φύγεις που γράφει, με άλλο νόημα βέβαια, ο Σεφέρης για την αδελφική Κύπρο. Αιγύπτιοι κατάκαψαν τον τόπο που κάποτε άκμαζε με ταρσανάδες, μεγάλο στόλο και μεγάλη ζωική παραγωγή αλλά ο δεσμός των ανθρώπων με το βράχο τους στη μέση του πελάγου είναι άρρηκτος και αδιατάραχτος. Ξανασηκώθηκαν, ξαναδιάβασαν την Ιλιάδα, όπου τους αναφέρει ο παππούς ο Όμηρος, για τι άλλο, για τα βαπόρια τους, ξαναθυμήθηκαν τα χρόνια της πειρατείας όταν οι καπεταναίοι μοίραζαν το κούρσο σε όλους τους κατοίκους, με πρώτες τις χήρες και τα ορφανά, «εφαρμόζοντας» ένα πρωτόγονο σοσιαλισμό, θυμήθηκαν τα επαναστατικά χρόνια του ’21 και τη συμβολή τους στον ξεσηκωμό και αναπόλησαν τα πικρά χρόνια της μετανάστευσης και του ξεσπιτωμού που γέννησε τη μαντινάδα «Ανάθεμα σε, Ντε Λεσέψ που σπίτωσες την έρημο κι ερήμωσες την Κάσο». Κι ήρθαν στο σήμερα με την Αίγυπτο να έχει αντικατασταθεί πια με την Αμερική και την Αυστραλία με το άνοστο ψωμί τους. Με τη αρχαϊκή λύρα και τους αργούς μακρόσυρτους ρυθμούς, που θυμίζουν κύματα που σκάνε στο βράχο, οι κάτοικοι της Κάσου έχουν περάσει, τόσα μα τόσα πολλά για να σκιάζονται με την πιθανότητα να βλέπουν την τούρκικη αρμάδα στον ορίζοντα από τον Άγιο Μάμα. Ναι! Σκεφτείτε το λίγο! Μην υποτιμάτε τα αισθήματα των κατοίκων των παραμεθόριων περιοχών που αισθάνονται την ανάσα του συνεπαρμένου με τις μεγάλες ιδέες για μεγάλες γαλάζιες πατρίδες, γείτονα. Μπορεί ο εξ ανατολών να διεκδικεί τώρα, το μόνιμα ταραγμένο πέλαγο ανατολικά, διάβαση από αρχαιοτάτων ετών Μυκηναίων, Μινωϊτών και Φοινίκων καπεταναίων αλλά ο βράχος αυτός παρακολουθεί τα τεκταινόμενα μειδιώντας. Το νησί, όλα τα Δωδεκάνησα, η Κρήτη και το Καστελόριζο, στέκουν εκεί περήφανα με τους κατοίκους τους να γνωρίζουν ότι κι η θάλασσα δεν έχει κρικέλια, πόσω μάλλον διεκδικητές με ανίερες απαιτήσεις. Κι αν το ιμπεριαλιστικό παιχνίδι κι αυτή τη φορά, στο όνομα του κέρδους και της εκμετάλλευσης, τυφλώνει τον ορμέμφυτο, στρατοκράτη γείτονα και την αστική τάξη της χώρας του, οι κάτοικοι των νησιών, εκεί νότια κι ανατολικά, γνωρίζουν πολύ καλά πώς να μένουν χαμογελαστοί με το θράσος αλλά και τη θεόρατη λεβεντιά του μικρού, απέναντι στον εκβιαστή, πανίσχυρο ξυλοπόδαρο που κορδώνεται αυτάρεσκα από τον ποντιοπιλατισμό των δήθεν συμμάχων αλλά και την διαχρονική αδράνεια των κυβερνώντων.
