Πάγια υπόσχεση, ετών πολλών, ενδέχεται να υλοποιήσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος όπως εξάλλου πανηγυρικώς δήλωσε, ανάμεσα στα άλλα, στις προγραμματικές του δηλώσεις. Διαβεβαίωσε ότι οι μετανάστες θα ψηφίζουν! Ευκαιρίας δοθείσης ας προσπαθήσουμε να πούμε μερικά πράγματα με το όνομα τους. Αρχικώς προς αποφυγή παρεξηγήσεων να σημειωθεί ότι ο γράφων υπήρξε επί σειρά πολλών ετών μόνιμος κάτοικος εξωτερικού διαφορετικών χωρών και όχι απαραιτήτως ευρωπαϊκών από τις οποίες πηγαινοέρχεται άρα διαθέτει εικόνα επί του θέματος από πρώτο χέρι. Λοιπόν ο μετανάστης πρέπει να πούμε ότι ψηφίζει. Ναι ψηφίζει στη χώρα που επέλεξε να ζήσει. Θα ήταν άδικο να μην μπορεί να συμμετέχει στις κοινωνικές διεργασίες της νέας -από επιλογή – χώρας του. Αυτό λοιπόν είναι διασφαλισμένο. Δεν είναι κάποιος κακομοίρης που δεν έχει χώρα και κάλπη να γεμίσει. Το γράφω αυτό γιατί δημιουργείται η εντύπωση ότι η κακή Ελλάδα στερεί το βασικό δικαίωμα του πολίτη από Έλληνες που επέλεξαν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας να ζήσουν σε χώρα πέραν της γενέτειρας. Να θυμίσουμε ότι το αίτημα για την δυνατότητα ψήφου των μεταναστών επανήλθε εντονότερο στο προσκήνιο όταν η κρίση αύξησε κατά πολύ τον ήδη μεγάλο αριθμό μεταναστών που έχει η πατρίδα μας όπως εξάλλου και όλες οι νότιες ευρωπαϊκές χώρες. Ανέκαθεν η μετανάστευση αποτελούσε τη λύση που «προσφερόταν» σε κατοίκους της Ελλάδας που όπως στερεοτύπως λέμε, δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά της. Αυτό βέβαια ελέγχεται αν κανείς θέσει στον εαυτό του το ερώτημα αν είναι η Ελλάδα που δεν μπορεί ή είναι η ανικανότητα των εκάστοτε κυβερνώντων που δεν μπορούν να αξιολογήσουν το δυναμικό και την προοπτική αυτής της χώρας; Αυτό όμως είναι επί της παρούσης δευτερεύον. Λοιπόν, νέοι με καλές σπουδές (γι αυτό φρόντισε η πατρίδα) χωρίς την προοπτική εργοδότησης στην Ελλάδα αλλά και άνθρωποι κάθε ηλικίας αποφασίζουν μεσούσης της κρίσης να εγκατασταθούν σε χώρες όπου η αγορά εργασίας είναι μεγαλύτερη, οι ευκαιρίες περισσότερες και η κρατική μηχανή φιλικότερη. Εγκαθίστανται και συνήθως η επιστροφή ως προοπτική-αν εξαιρέσεις το νόστο που «ταλαιπωρεί» εντονότερα το πρώτο διάστημα και με το χρόνο εξαφανίζεται, παραμένει απλώς ως μία επιθυμία που εμπεριέχει η φράση «Ναι το σκέφτομαι να γυρίσω αλλά είναι δύσκολο. Είναι και τα παιδιά βλέπεις». Αυτοί οι νέοι ενσωματώνονται εύκολα στα νέα περιβάλλοντα και ζουν στις νέες κοινωνίες χωρίς απαραιτήτως να χάσουν -προς το παρόν- επαφή με την Ελλάδα κυρίως για πολιτισμικούς και για λόγους επαφής με τους συγγενείς. Η σύγκριση Ελλάδας και του παρόντα τόπου διαμονής τους –της νέας πατρίδας τους να το πούμε χωρίς δισταγμό- είναι πάντα παρούσα. Σε κάθε πτυχή της ζωής είναι εκεί και βασανίζει. Γιατί εδώ γίνονται τόσο εύκολα τα πράγματα και στην Ελλάδα τόσο δύσκολα; Γιατί εδώ είναι ακριβά και πίσω στη νέα πατρίδα φθηνά ή το αντίθετο, γιατί το ένα γιατί το άλλο σε μία συνεχή ψυχοφθόρα διαδικασία που κρυμμένος σκοπός της είναι να δικαιολογηθεί η απόφαση της μετανάστευσης. Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι έρχονται να προστεθούν στους μετανάστες πρώτης γενιάς των δεκαετιών του 50, του 60 και του 70 που αποτελούν μία άλλη εντελώς ξεχωριστή κατηγορία. Αυτοί, συνήθως χαμηλής μόρφωσης και καλλιέργειας στην πλειοψηφία τους έχουν εγκατασταθεί σε χώρες του εξωτερικού, στελέχωσαν το εργατικό δυναμικό εκεί και γενικώς έζησαν καλά, εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες, άνοιξαν καταστήματα και εργαζόμενοι σκληρά σε εργασίες που οι γηγενείς δεν έκαναν (σας θυμίζει τίποτε αυτό;) θεοποιώντας το «δολάριο» και μετρώντας τις επιτυχίες μόνο με τα υλικά αγαθά ή με το πόσα καλοκαίρια έρχονται στην Ελλάδα, έχουν πλέον ζήσει τη ζωή τους εκεί . Άλλοι, γιατί υπάρχουν κι αυτοί, σπούδασαν και έτσι η πλάστιγγα της ενσωμάτωσης έγειρε περισσότερο προς τη νέα πατρίδα. Διατήρησαν γενικώς μία χαλαρή σχέση με την Ελλάδα που οφείλεται, πέραν του παραμένοντος νόστου, κυρίως στην αδυναμία ενσωμάτωσης τους -έστω και μετά από πολλές δεκαετίες που αιτία της είναι οι ελλιπείς έως ανύπαρκτες επικοινωνιακές τους δυνατότητες με το ντόπιο στοιχείο, οι πολιτισμικές διαφορές και αυτή η συνεχής σύγκριση που έχει ξεπεράσει πλέον το εμμονικό δίλημμα με την συνεχώς μεταβαλλόμενη αναλόγως των συνθηκών απάντηση. «Κάναμε καλά που ξενιτευτήκαμε;» Πολιτιστικά απομονωμένοι, με εικόνες για την Ελλάδα που ποικίλουν αναλόγως των δεκαετιών που έφυγαν, ουσιαστικά απάτριδες, καλούνται να «προστεθούν» στους νέο-μετανάστες και να αποφασίσουν, ψηφίζοντας για την τύχη αυτών που κατοικούν μονίμως στην Ελλάδα. Να αποφασίσουν για μία καθημερινότητα που δεν την ζουν και που δεν τους αφορά. Να ψηφίζουν πολιτικούς εκπροσώπους που δεν θα τους εκπροσωπούν στην ουσία. Η λέξη μετανάστης εμπεριέχει τη λέξη θάνατο. Θάνατο στην παλιά πατρίδα και ανάσταση στη νέα. Όσοι αποφάσισαν να πεθάνουν για την Ελλάδα και να αναστηθούν σε νέους κόσμους θα πρέπει να αντιληφθούν ότι δεν μπορούν να έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν στην παλιά τους πατρίδα χωρίς να έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι (λόγω μόνιμης κατοικίας στο εξωτερικό.) Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να κόψει κάθε δεσμό με τους ομογενείς. Κάθε άλλο και ειδικά για τους προσωρινώς διαμένοντας στο εξωτερικό ή τους φοιτητές, αντί όμως η επίσημη πολιτεία δια του πρωθυπουργού της να εξαγγέλλει πανηγυρικώς ότι «δίνει ψήφο στους ομογενείς» ας φροντίσει να διευκολύνει επιστροφή σε αυτούς που επιθυμούν να επιστρέψουν, όσοι είναι αυτοί κι αν υπάρχουν και να λάβει σοβαρά μέτρα για τον περιορισμό της μετανάστευσης. Ας διευκολύνει κυρίως, την αρχή ενός αμφίδρομου, ειλικρινούς και εμπεριστατωμένου διαλόγου, μέσω του οποίου θα αναζητηθούν τρόποι ενίσχυσης και επέκτασης της σχέσης μεταξύ των ελληνικής καταγωγής κατοίκων άλλων χωρών και των γηγενών ελλήνων.
Σημ.: Το όλο θέμα είναι πολυδιάστατο και εξαιρετικά περίπλοκο. Το κείμενο περιορίστηκε σε μερικές μόνο πτυχές του.
